Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Κρυπτοχριστιανισμός : Ιστορική αναδρομή στο χτές και η επικράτηση του ως σήμερα.

Εισήγηση στο 12η συναντηση Παμποντιακης Νεολαίας Ελλαδος στο Λαυριο.
Αρχιμ. Νεκτάριος Δ.Μητρόπουλος
Καθηγούμενος Ι.Μ. Σπηλιάς Αγράφων 
Υπ.Δρ. Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.


Το φαινόμενο του Κρυπτοχριστιανισμού έχει τις ρίζες του βαθειά στην ιστορία. Ξεκινά από την εποχή  της  Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ,την εποχή του Χριστού και τους μετέπειτα πρώτους αιώνες (χαρακτηριστικά αναφέρουμε τους διωγμούς των Χριστιανών από ειδωλολάτρες) με ενδιάμεσο σταθμό το 313 μ.Χ.  και το Διάταγμα ανεξηθρισκειας των Μεδιολάνων. Στην συνέχεια, την εποχή του Βυζαντίου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας , όπου οι Αγαρηνοί  επέβαλλαν τον εξισλαμισμό με διαφόρους τρόπους τόσο στους χριστιανούς της  Μικράς Ασίας όσο και στους χριστιανούς της Ελλάδος ,της Κρήτης και της Αλβανίας. 
«Πολλούς από τους οπαδούς του Χριστού μπορεί να τους χαρακτηρίσει κανείς ως Κρυπτοχριστιανούς . Μόνον από το 313 , όταν ο Μ. Κωνσταντίνος, με το διάταγμα των Μεδιολάνων, άρχισε να προστατεύει τους Χριστιανούς, οι τελευταίοι δεν ήταν πια αναγκασμένοι να κρύβουν την θρησκεία τους . Το Διάταγμα αυτό αποτελεί καμπή στην ιστορία του Χριστιανισμού και την πρώτη μεγάλη νίκη  επί του ρωμαϊκού πολυθεϊσμού.»   Ανέκυψε βέβαια ένα μεγάλο πρόβλημα που απασχόλησε μέχρι και σήμερα την Εκκλησία, όσον αφορά στον τρόπο αντιμετωπίσεως εκείνων που φαινομενικά απαρνούνται την πίστη στον Χριστό. Στους πρώτους αιώνες χαρακτηρίστηκαν ως «πεπτωκότες» και αντιμετωπίστηκαν άλλοτε αυστηρά από την Εκκλησία ως αρνητές της πίστεως και άλλοτε με μεγάλη φιλανθρωπία κατά το παράδειγμα του Αποστόλου Πέτρου.  
Με τον όρο κρυπτοχριστιανισμός αναφερόμαστε στο φαινόμενο εκείνο, που παρατηρήθηκε κατά την προσπάθεια εξισλαμισμού των χριστιανών της ανατολής. Ο Κρυπτοχριστιανισμός αποδέχεται μόνο  επιφανειάκα  τον μωαμεθανισμό ενώ διατηρεί  την  πίστη στον Χριστό και την τέλεση των χριστιανικών λατρευτικών καθηκόντων . Ο κρυπτοχριστιανός έφερε διπλό όνομα, μωαμεθανικό και χριστιανικό και χαρακτηριζόταν, ανάλογα με την περιοχή που ζούσε, με διάφορα ονόματα  όπως λινοβάμβακοι κλπ..
Αργότερα κατά τα έτη 1338 και 1340, με δύο επιστολές του Πατριάρχου Ιωάννου ΙΔ΄ (1333-1347) δίνεται η ευλογία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για την διατήρηση της Oρθοδόξου χριστιανικής πίστεως στην καρδιά και φαινομενικά την πίστη στο Ισλάμ στα χείλη . Οι δύο αυτές επιστολές αποτελούν τις πρώτες πηγές για τον Κρυπτοχριστιανισμό κατά την διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας μέχρι και σήμερα.   Αξίζει να αναφέρουμε εδώ, ότι η  έλλειψη υλικού και άλλων πηγών για τους κρυπτοχριστιανούς σχετίζεται με την επιλογή τους, να παραμένουν άγνωστοι μπροστά στην απείλη βέβαιου θανάτου , αφού η αποστασία από την πίστη στο Ισλάμ τιμωρούνταν, σύμφωνα με το ισλαμικό δίκαιο, με θάνατο. Πρέπει να προσθέσουμε επίσης, ότι η ισλαμική κοσμοθεωρία αποστρεφόταν και καταπίεζε κάθε μορφή επιστήμης ,λογοτεχνίας ,τέχνης γεγονός που έκανε την έλλειψη πληροφοριών ακόμα μεγαλύτερη. 
Το κρυπτοχριστιανικό φαινόμενο προέκυπτε, κατά την άποψη του καθηγητού κ. Κωνσταντίνου Φωτιάδη, κατά κανόνα, πάντα με τον ίδιο τρόπο. Με την κατάκτηση της χώρας ή της περιοχής από τους Μουσουλμάνους άρχιζε η διαδικασία εξισλαμισμού : Από τη μία, ένα μέρος του πληθυσμού αποδεχόταν το Ισλάμ και με το πέρασμα του χρόνου ταυτιζόταν μαζί του , ενώ απο την άλλη ένα άλλο, πολύ μικρότερο μέρος , ήταν αποφασισμένο να πολεμήσει για την  χριστιανική πίστη του και ενδεχομένως να πεθάνει για αυτή. Ανάμεσα στους δύο αυτούς αντίθετους τρόπους συμπεριφοράς απέναντι στον εξισλαμισμό, θα πρέπει να εντάξουμε έναν τρίτο , την συμπεριφορά των ανθρώπων εκείνων, που διάλεγαν τον δρόμο του Κρυπτοχριστιανισμού είτε γιατί αναγκάζονταν να αποδεχθούν χωρίς την θέληση τους το Ισλάμ είτε για διάφορους άλλους οικονομικούς και κοινωνικούς  λόγους.  Έτσι, αποφάσιζαν , παρ’ όλη την εσωτερική σύνδεση τους με τον Χριστιανισμό, να αποδεχτούν εξωτερικά την νέα θρησκεία.  
Το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού κάτω από την οθωμανική αυτοκρατορία ,όπως το γνωρίζουμε από πηγές του 18ου και 19 ου αιώνα, είχε ιδιαίτερη σημασία στην Αλβανία ,στην Ήπειρο , στην Κύπρο , στην Κρήτη, στην Ελλάδα αλλά πολύ περισσότερο στον μικρασιατικό Πόντο. Βέβαια, έχουμε αναφορές για  μεμονωμένες περιπτώσεις Κρυπτοχριστιανών και σε άλλες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στην Ήπειρο έχουμε μαρτυρίες για την ύπαρξη Κρυπτοχριστιανών, και μάλιστα πηγές του 16ου αιώνα μιλούν για έναν κρυπτοχριστιανό κυβερνήτη τον Liaz – Ηλίας μπέη,  όπου κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης του οι χριστιανοί βρίσκονταν τυπικά κάτω από την οθωμανική αυτοκρατορία και απολάμβαναν ειδικά προνόμια, όπως απαλλαγή από τον κεφαλικό φόρο κ.ά. Άλλες πηγές αναφέρουν, ότι ήταν πολλοί εκείνοι οι οποίοι, προκειμένου να διατηρήσουν την περιουσία τους, προσέφευγαν στο μωαμεθανισμό έχοντας όμως ζωντανή την πίστη τους στο Χριστό. Επίσης πολλοί σπαχήδες της Ηπείρου ήταν κρυπτοχριστιανοί. Βέβαια υπήρχαν και ρωμαιοκαθολικοί κρυπτοχριστιανοί στα βόρεια της Αλβανίας. Οι κρυπτοχριστιανοί στην Αλβανία ονομάζονταν «λαραμανοί» που σημαίνει παρδαλοί, πολύχρωμοι.
Στην Κύπρο το φαινόμενο του Κρυπτοχριστιανισμού ήταν διαδεδομένο και μάλιστα από την κατάληψη της από τους Τούρκους το 1571. Είναι άξιο λόγου, ότι κατά την περίοδο που το νησί βρισκόταν υπό την κατοχή των βενετών , οι ελληνορθόδοξοι δέχθηκαν μεγαλύτερη καταπίεση από ότι μετέπειτα, από την οθωμανική αυτοκρατορία. Ωστόσο,  υπήρχαν και στην Κύπρο κρυπτοχριστιανοί και ονομάζονταν ,όπως και αργότερα εκείνοι την  Κρήτης, «λινοβάμβακοι», ανάμεσα δηλαδή σε δυο καταστάσεις πίστεως. 
Η κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669, μετά από αγώνα 25 ετών ενάντια στους Βενετούς, δημιουργεί  και εκεί το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού.  Οι Κρήτες, θέλοντας να απελευθερωθούν από τον βενετικό ζυγό που τους επέφερε στα προηγούμενα χρόνια μεγάλες σφαγές, προσαρτήθηκαν με μεγαλύτερη ευκολία στον εξισλαμισμό  και αυτό γιατί με τον νέο κυρίαρχο ,τους Μουσουλμάνους , απελευθερώθηκαν από  τον μισητό καθολικό εχθρό. Την εποχή της επαναστάσεως του 1821 ο μισός πληθυσμός της Κρήτης ήταν μωαμεθανοί. Οι αποστάτες από τον Χριστιανισμό ονομάζονταν « Τουρκοκρητικοί» Ανάμεσα σε αυτούς υπήρχαν βέβαια και πολλοί κρυπτοχριστιανοί . Αρκετοί εξ αυτών, χωρίς να διστάσουν, ομολόγησαν τον Χριστό μπροστά στους τούρκους και μαρτύρησαν για Αυτόν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν « Οι τέσσερεις μάρτυρες της Μελαβής» . Όπως έγινε τον 14ο αιώνα με τους κατοίκους της Νίκαιας, έτσι και για  τους  κρητικούς  μετά την κατάληψη της Κρήτης  τέθηκε το ερώτημα και η παράκληση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, να τους επιτρέψει, να ασκούν κρυφά την θρησκεία τους. Η απάντηση της ανώτατης ορθόδοξης αρχής ήταν αυστηρή και είχε να κάνει με τα λόγια του Χριστού « Καθέναν που θα ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ μπροστά στον πατέρα μου, τον ουράνιο.  Εκείνον όμως, που θα με αρνηθεί ενώπιον των ανθρώπων,  θα τον αρνηθώ και εγώ μπροστά στον πατέρα μου, τον ουράνιο. Ματθ. ι’ 32-33». Η απάντηση αυτή του πατριαρχείου, η όποια σημειωτέον δεν είχε διπλωματικό χαρακτήρα, πιθανόν να στηρίχθηκε στις αρνητικές εμπειρίες που είχε από τις σημαντικές απώλειες των Κρυπτοχριστιανών στην Μικρά Ασία. Η στάση αυτή είχε ως συνέπεια την αποδυνάμωση  της εκκλησίας της Κρήτης. Οι απογοητευμένοι κρητικοί απευθύνθηκαν στον συμπατριώτη τους Πατριάρχη Ιεροσολύμων Νεκτάριο Πελοπίδα (1664-1682), ο οποίος έδειξε μεγαλύτερη κατανόηση στο πρόβλημα τους και τους επέτρεψε να διατηρούν τον κρυπτοχριστιανισμό εκεί όπου δεν προσφερόταν κάποια άλλη διέξοδος.
Επιπλέον, πολλές ενδείξεις και αναφορές μαρτυρούν την ύπαρξη Κρυπτοχριστιανών στα νησιά του Αιγαίου όπως στη Ρόδο, στην Κω, στη Λέρο, στην Κάλυμνο, στη Μυτιλήνη, στη Χίο καθώς και στην Ηπειρωτική Ελλάδα, στην Πελοπόννησο , στο Μυστρά, στη Θεσσαλία. Πληροφορίες για τον κρυπτοχριστιανικό τρόπο ζωής βρίσκουμε από το τέλος του 15ου αιώνα σε όλες τις περιοχές του οθωμανικού κράτους.  Η εμφάνιση του φαινομένου όμως στην περιοχή της Μικράς Ασίας έχει μεγαλύτερη σημασία, συγκριτικά με όλες τις περιοχές της δυτικής αυτοκρατορίας, γιατί εκεί τα πλαίσια της ελευθερίας ήταν πολύ πιο στενά. Περιτριγυρισμένοι οι Χριστιανοί από  την πλειοψηφία των Μουσουλμάνων σε ελάχιστες περιπτώσεις μπορούσαν, να τολμήσουν ανοικτά,  να ομολογήσουν την πίστη τους  στον Χριστό.
Αυτή  την περίοδο μέχρι το Hatti Humajun το 1856, ενώ  το φαινόμενο είναι μεγάλο, οι πηγές είναι ελάχιστες, γεγονός που δυσχεραίνει την χρονολογική παρουσίαση του φαινομένου στην Μικρά Ασία και τον  Πόντο. Μετά το μισό του 19ου αιώνα έχουμε μαρτυρίες και πηγές αλλά και αυτές  ελάχιστες από την πλευρά του Πατριαρχείου, λόγω του ότι αποτελούσε κρατική τουρκική αρχή υπαγόμενη άμεσα στην Πύλη, οπότε ήταν αδιανόητο, να διατηρεί στοιχεία για τον κρυπτοχριστιανισμό. Πρέπει να τονιστεί, ότι παρόλη την έλλειψη πηγών μέχρι το 1856, είναι γνωστό, ότι στην Μικρά Ασία και στον Πόντο ο κρυπτοχριστιανισμός ακολουθούνταν από ολόκληρες ομάδες πληθυσμού, χωριά ή και ολόκληρες περιοχές. 
8 χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και την κατάληψη της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς το 1461 άρχισε μια πρώτη φάση εξισλαμισμού .Ο  Μωάμεθ ο Β΄ επέλεξε 800 νέους για το γενιτσαρικό σώμα. Οι πιο πλούσιοι κατέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποτέλεσαν και τον πυρήνα του πληθυσμού του Φαναρίου ,ένα άλλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού μοιράστηκε ως σκλάβοι στον στρατό και σκορπίστηκε σε όλη την μικρά Ασία ενώ το φτωχότερο μέρος του πληθυσμού μεταφέρθηκε και εγκαταστάθηκε εκτός της πόλεως, στο λιμάνι. Οι τελευταίοι αλλαξοπίστησαν αμέσως και είχαν το δικαίωμα, να ζουν με την τουρκική πολιτοφυλακή στο κέντρο της πόλης.
Στην Κρώμνη ένα μέρος του πληθυσμού δέχτηκε το Ισλάμ από  τον 15ο αιώνα και μάλιστα, όταν επισκέπτονταν τουρκικά χωριά για εμπόριο, χρησιμοποιούσαν τουρκικά ονόματα. Πολλοί ξένοι περιηγητές αναφέρονται στις περιπτώσεις των εξισλαμισμένων χριστιανών αλλά και των Κρυπτοχριστιανών, που συνάντησαν κατά την περιοδεία τους στον Πόντο αναφέροντας μάλιστα και τα ονόματα που χαρακτήριζαν τις πιο πάνω ομάδες. Αρχικά, μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα η πίεση που δέχθηκαν οι 'Ελληνες του Πόντου, ήταν συγκριτικά μικρή. Το ενδιαφέρον της Πύλης στρεφόταν προς την Δύση. Στον Πόντο το μεγάλο κύμα εξισλαμισμών συμπίπτει με την περίοδο διακυβέρνησης του σουλτάνου Μεχμέτ Δ΄ 1648-1687 και των βεζίρηδων της οικογένειας Koprulu, οι οποίοι διακρίθηκαν για μια ασυνήθιστα σκληρή και φανατική στάση απέναντι στους Χριστιανούς.  Σε όλη την περιοχή του Πόντου το φαινόμενο του εξισλαμισμού αλλά και εκείνο του κρυπτοχριστιανισμού αυτή την χρονική περίοδο βρίσκονται σε έξαρση. Οι πιέσεις την χριστιανικής δύσης στην Πύλη είναι τέτοιες, που την αναγκάζουν, να δώσει προνόμια στους χριστιανούς . Το πρώτο αυτοκρατορικό διάταγμα της μεταρρυθμιστικής εποχής το 19ο αιώνα , το Hatti Sherif του Gulhane (3/11/1839), επέτρεπε στους χριστιανούς, να ανασάνουν και να πάρουν ελπίδα, παρόλο που δεν διατυπωνόταν ρητά η ισότητα των χριστιανών με τους μωαμεθανούς. Το διάταγμα δεν ίσχυσε πολύ καιρο, οπότε και επανήλθαν οι διωγμοί κατά των χριστιανών μέχρι και τις 11 Φεβρουαρίου του 1856 όπου ο  σουλτάνος Αβδούλ μετζίτ εξέδωσε το αυτοκρατορικό διάταγμα Hatti Humajun,  το οποιο μεταξυ αλλων εξασφάλισε πλέον τουλάχιστον στα χαρτιά ,την ελευθερία της θρησκείας. Την εποχή αυτή χτίζονται ναοί σε όλον το Πόντο και την οθωμανική αυτοκρατορία και επιτρέπεται ελεύθερα η έκφραση της θρησκείας. Από το 1856 έως και την αναγνώριση των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου και της Καππαδοκίας το 1911, από την τουρκική κυβέρνηση υπάρχουν αρκετές πηγές για τον κρυπτοχριστιανισμό, γιατί το διάστημα αυτό, το κρυπτοχριστιανικό πρόβλημα ήταν γνωστό και αναγνωρισμένο διεθνώς. Το 1857  30.000 κρυπτοχριστιανοί καταγράφηκαν από τις επιτροπές που είχαν δημιουργήσει τοπικές αρχες,Μ.Δυνάμεις και χριστιανοί του Πόντου. Οι τουρκικές αρχές υπό το φόβο του εκχριστιανισμού  ολόκληρου του Πόντου άρχισαν με διάφορα μέσα, να καταδικάζουν σε θάνατο, όσους ισχυρίζονταν, ότι είναι κρυφοί χριστιανοί ,να τους στρατολογούν με τον χαρακτηρισμό «Tenessour-roum», δηλαδη «αποστάτης αρνητής πίστεως» και να τους οδηγούν σε αργό θάνατο.  Ο νόμος αυτός και ο αγώνας των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου για την αναγνώριση τους δυστυχώς κράτησε μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών με την Συνθήκη της Λωζάννης το 1923. Η αφαίρεση των κτημάτων και των περιουσιών από τους χριστιανούς του  Πόντου ήταν μόνιμο φαινόμενο, που είχε την βάση του στο μωαμεθανικό νόμο, σύμφωνα με τον οποίο δεν μπορούσε ένας χριστιανός να κληρονομήσει έναν μωαμεθανό. Κατά την περίοδο αυτή ανακύπτει και το Σταυριωτικό ζήτημα, σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία του Πόντου, κατά το οποίο οι Σταυριώτες  -μεταλλωρύχοι καταγόμενοι από το κέντρο του κρυπτοχριστιανισμού την Αργυρούπολη – αρνούνται να γράψουν τα παιδιά τους στους καταλόγους των ληξιαρχείων της Τουρκίας αλλά θέλουν να τα γράψουν στους χριστιανικούς καταλόγους και να τα στείλουν στα ελληνικά σχολεία της πόλης. Οι Τούρκοι, προσπαθώντας να τους ξεσκεπάσουν ,επέβαλλαν ένα φόρο ,που θα τους επέτρεπε, να μην κρύβουν την πίστη τους στον Χριστό, με σκοπό να τους ελέγχουν. Με το κίνημα των Νεότουρκων, το οποίο υποσχόταν ενότητα,δικαιοσύνη,ισότητα,ελευθερία, δόθηκε η εντύπωση, ότι υπήρχαν ελπίδες, για να λυθει το ζήτημα του Κρυπτοχριστιανισμού ,οι οποίες εξανεμίσθηκαν με το γνωστό σύνθημα των Νεότουρκων « Η Τουρκία στους Τούρκους». Πιέσεις χριστιανών βουλευτών της Οθωμανικής Βουλής ανάγκασαν το κίνημα των Νεοτούρκων, να πάρει θέση σε αυτό το μακροχρόνιο ζήτημα, που προσέβαλε τους δημοκρατικούς θεσμούς της αυτοκρατορίας. Η Νεότουρκη βουλή, το 1910, αναγκάστηκε να αναγνωρίσει μια μεγάλη κατηγορία Κρυπτοχριστιανών, ως γνησίους χριστιανούς.  Ωστόσο, τα αναπάντεχα ιστορικοπολιτικά γεγονότα και η τουρκική γραφειοκρατία δεν επέτρεψαν σε αυτούς, να μπορέσουν, να φύγουν με την ανταλλαγή των πληθυσμών, η οποία έγινε μόνο με βάση την θρησκεία ενώ αυτοί διατηρούσαν ακόμα την τουρκική θρησκευτική ιδιότητα. Με τις εκθέσεις του Οικουμενικού πατριαρχείου αλλά και του υπουργείου εξωτερικών έχουμε καταγεγραμμένους επίσημα 43.000! Ο ηγούμενος της μονής βαζελωνος, Πανάρετος στην ίδια έκθεση του 1920 γράφει, ότι οι «τενεσουρουμ», γυριστοί Έλληνες, χωρίζονται σε δυο κατηγορίες : στους ελληνόφωνους μουσουλμάνους και στους κρυπτοχριστιανούς .Αυτοι  ανέρχονται στις 233.400 και κατοικούν στον Πόντο αναμένοντες την ημέρα της απελευθερώσεως της Πατρίδας τους.  Παρότι ο αριθμός των Κρυπτοχριστιανών πληθαίνει συνεχώς απο την ανταλλαγη των πληθυσμων μέχρι σήμερα, το ελληνικό κοινοβούλιο ασχολείται πρώτη φόρα με το θέμα των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου τον Απρίλιο του 1992. Δηλαδή εβδομήντα χρόνια μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών για πρώτη φόρα γίνεται νύξη για πάνω από 300.000 κρυπτοχριστιανους έλληνες με προτάσεις: 1) για μεταφορά προξενείου αλλά 2) και ανάσυρση από την λήθη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής  την στιγμή που η Τουρκία μιλάει για δήθεν καταπίεση της Μουσουλμανικής μειονότητας στην δυτική Θράκη.
Στο ερώτημα, αν υπάρχουν σήμερα Κρυπτοχριστιανοί στην Τουρκία, η απάντηση είναι θετική και αυτό αποδεικνύεται τόσο από αρχειακό υλικό και στατιστικά στοιχεία όσο και από μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων ,κυρίως προσφύγων Κρυπτοχριστιανών. Η ανταλλαγή πληθυσμών με την συνθήκη της Λωζάννης κράτησε αρκετούς κρυπτοχριστιανούς πίσω στην πατρίδα. Οι μικτοί γάμοι Τούρκων με κρυπτοχριστιανές, καθώς και οι μέχρι σήμερα ολόκληρες ομάδες στον Οφι Κρυπτοχριστιανών επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και σήμερα Κρυπτοχριστιανών στην Τουρκία.
Ο κρυπτοχριστιανισμός για τον Ελληνισμό του Πόντου ήταν και είναι ένα ζωντανό, ολοζώντανο δράμα. Ακόμη μέχρι σήμερα είναι πολλοί οι απόγονοι των Κρυπτοχριστιανών, οι οποίοι έχουν νωπό άκουσμα στα αυτιά τους, τα όσα πέρασαν οι πρόγονοι τους έξι αιώνες για την Πίστη του Χριστού μας την Αγία . Ο ξεριζωμός από τα αγιασμένα χώματα της πατρίδας και η εγκατάσταση τους στην Ελλάδα ως πρόσφυγες, τους έκανε να ξεχωρίσουν και να προκόψουν  ξανά από την αρχή. Δεν έπαψαν βέβαια ποτέ να αντιμετωπίζονται εδώ ως Τούρκοι και εκεί ως Ελληνες…παντού ως ξένοι!!! Το χτύπημα αυτό στον Πόντο μας μπορεί να συγκριθεί μόνο με την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μας. Ας μην νομίσει κανείς, ότι το θέμα «Κρυπτοχριστιανισμός του Πόντου» έκλεισε οριστικά με την ανταλλαγή των πληθυσμών .Βάσιμες ενδείξεις και πληροφορίες πείθουν, ότι ακόμη και σήμερα κρυφοκαίει το καντήλι της πίστεως στο ενδότερο του Πόντου , όπου μετά το 1922 , «στέρεψαν όλες οι πηγές οι πλάστρες μες τη χώρα» κατά τον ποιητή. Δεν είναι λοιπόν παρελθόν, που πέρασε και πάει ,αλλά είναι ζωντανό παρόν, που καεί και στέκεται με υπομονή καρτερικά, μέχρι να δικαιωθεί. Θέμα κλειστό βέβαια για την  διπλωματία, ανοιχτό όμως για την ιστορία. -         
    
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: